- διαπινόντων
- διαπῑνόντων , διαπίνωdrink one against anotherpres part act masc/neut gen plδιαπῑνόντων , διαπίνωdrink one against anotherpres imperat act 3rd pl
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.